Ο μεγαλύτερος συγγραφέας όλων των εποχών – Άγγελος Χ. Μπατουδάκης ~ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Απολαμβάνοντας διαδικτυακή λογοτεχνία με αφιέρωμα σ΄έναν σημαντικό λογοτέχνη που μας πρόσφερε απλόχερα μια εξαιρετική γραφή κι ένα μυθιστόρημα που θα αγγίξει τις καρδιές σας …

Καλή ανάγνωση στο βιβλίο του εξαιρετικού Άγγελου Μπατουδάκη , που κάθε Κυριακή σας κρατάει την καλύτερη συντροφιά  και σας ταξιδεύει  σε εποχές , εικόνες και ιστορίες με δυνατή πλοκή …

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Οι Khlysty

ΕΚΤΟ  ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Το τέλος της ομάδας

1.         Ένας πυροβολισμός  -η ομάδα στο θέατρο -η δολοφονία του Σκοτεινού –«η Υπηρεσία θα καταργηθεί» -το τομάρι της αρκούδας

             Πρώτες μέρες του 1917, Μόσχα. Ο Πέτρος στο δρόμο. Σκεφτόταν ένα άρθρο για την Πράβντα, κοιτούσε τα παράθυρα μιας πολυκατοικίας. Ο Μαλιόφσκι είχε φύγει στην Γερμανία, πλήρωνε την συνδρομή του στη φράξια ο ίδιος, κάποια από τα άρθρα του τού τα πλήρωναν. Κρύο, έβγαλε από το παλτό του ένα μπουκάλι, τράβηξε τρεις ρουφηξιές. Εξακολουθούσε να πηγαίνει στην Δούμα παριστάνοντας τον κομψό ποιητή.

              Στον δρόμο φάνηκε μια ομάδα αστυνομικών. Ανέβηκαν τις σκάλες της πολυκατοικίας. Ακούστηκε το σπάσιμο μιας πόρτας, ακολούθησαν οι στριγγλιές μιας γυναίκας και το κλάμα ενός μωρού. Ένας άνδρας πήδηξε από ένα παράθυρο στο δρόμο.  Προσγειώθηκε άσχημα και απομακρύνθηκε κουτσαίνοντας. Στο διαμέρισμα γινόταν φασαρία, πάλευε η γυναίκα με τους αστυνομικούς.

             Ο Πέτρος πυροβόλησε τον άνδρα στην λεκάνη. Αισθάνθηκε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Η γυναίκα και το μωρό θα έχαναν τον προστάτη τους, ήταν πολύ κακή εποχή για να τους συμβεί. Από την άλλη, ίσως μικρό το κακό. Ο προστάτης θα χανόταν στις φυλακές και τις εξορίες. Οι αστυνομικοί κατέβηκαν. Σήκωσαν τον τραυματία. Ο αξιωματικός ρώτησε τον Πέτρο αν ήταν άρρωστος. «Είσαι πολύ χλωμός».

            Στην Πετρούπολη την επόμενη νύχτα. Η ομάδα στο θέατρο, σε ένα θεωρείο. Απουσίαζαν ο Πέτρος και ο Ιβάν. Θα έβλεπαν την επιτυχία του χειμώνα, μια ιστορία της εποχής του Κιέβου. Εκτυλισσόταν πριν χίλια χρόνια. Πρωταγωνιστούσε ο πιο αγαπημένος ηθοποιός της χώρας. Κάποτε ήταν νέος, λεπτός και όμορφος, έπαιζε τον ζεν πρεμιέ. Οι κυρίες έσερναν τους κυρίους στις παραστάσεις του. Οι θίασοι μάλωναν ποιός θα τον πάρει. Τώρα ήταν χοντρός και γέρος αλλά οι θεατές τον έβλεπαν με τα μάτια της μνήμης.

Η Νάντια κουνούσε την βεντάλια της, γύριζε τα κιάλια της δεξιά και αριστερά, προσπαθούσε να διακρίνει τον Ιβάν και τον Πέτρο. Ο Ιβάν θα προσευχόταν. Υποτίθεται ότι ασχολιόταν με τον Λένιν που απειλούσε να επιστρέψει στη Ρωσία. Ο Πέτρος απουσίαζε στην Μόσχα. Της τηλεφώνησε ότι θα ερχόταν. Είχε  τηλέφωνο από τους πρώτους, από την αρχή του πολέμου.

 Το μυαλό της στάθηκε στο μαύρο σκυλί. Την κατέτρωγε με το υγρό του βλέμμα. Ήταν ερωτευμένος μαζί της δεκαεπτά χρόνια! Είχε δείρει τον Αλεξέι δυο φορές. Ήταν ηλίθιος με βρώμικη ψυχή. Είχε όμως αλλάξει. Ήταν ο μόνος.

Σιωπή. Σηκώθηκε η αυλαία. Ένα άλογο και ένας βράχος. Εμφανίστηκε ο πρωταγωνιστής. Ήταν ντυμένος ιππότης της εποχής, μπογκατίρ. Πήγαινε να πολεμήσει τους εχθρούς. Ανέβηκε στον βράχο. Ήταν σκηνοθετικό εύρημα για να μπορέσει να καβαλήσει το άλογο. Δεν μπορουσε να χρησιμοποιήσει τους αναβολείς. Καβάλησε. Το κοινό τον χειροκρότησε. Το άλογο διέτρεξε την σκηνή. Περπατούσε σαν να κάλπαζε. Θα ήταν εκπαιδευμένο σε τσίρκο.

Οι θεατές ανήκαν σε μια άλλη χώρα, σε μια Ρωσία που δεν την άγγιξε ο πόλεμος, ανέμελη και ευτυχισμένη. Είχαν γιορτάσει τα πιο λαμπρά Χριστούγεννα, την πιο φωτεινή Πρωτοχρονιά, είχαν δει τον πλούτο τους να αυξάνει. Το κράτος ξόδευε το χρυσάφι του στις πολεμικές προμήθειες. Και εκείνο κατέληγε σε αξιωματικούς, μεσάζοντες, βιομήχανους και βιοτέχνες, δηλαδή στους θεατές της αίθουσας. Ύστερα το χρυσάφι έκανε ένα γύρο, ο κάθε ράπτης και ο κάθε δικηγόρος είχαν κάποιο μερτικό. 

Η χώρα είχε πετάξει στα σκουπίδια έξι εκατομμύρια στρατιώτες και είχε ντύσει άλλα επτά εκατομμύρια στο χακί. Διαπραγματευόταν να εισάγει κινέζους για εργάτες. Είχαν γίνει ήδη μερικές εισαγωγές. Οι περιοχές των κοζάκων ήταν χωρίς άνδρες, η γεωργική παραγωγή μειώθηκε από την έλλειψη χεριών. Τα δεκατρία εκατομμύρια τα είχαν πάρει από τα χωριά. Συγχρόνως, τα εργοστασια δούλευαν μόνο για τον πόλεμο, δεν παρήγαγαν για την αγορά. Ολα μαζί σε ένα: Οι φτωχοί δεν εύρισκαν ψωμί, σαπούνι και αλάτι.

Το 1917 ερχόταν για τους θεατές γεμάτο υποσχέσεις. Τι κι αν οι Γερμανοί κατέλαβαν κάποιες περιοχές της χώρας. Τι κι αν κάποιες μονάδες του στρατού επαναστάτησαν. Ο εφοδιασμός από τους άγγλους γινόταν πια κανονικά. Ο επίθεση του Μπρουσίλωφ πέτυχε. Οι αυστριακοί έχασαν ένα εκατομμύριο άνδρες, χιλιάδες αξιωματικούς, κανόνια και πολυβόλα. Τις θέσεις τους κρατούσαν τώρα οι γερμανοί. Στο δυτικό μέτωπο εμφανίστηκαν τα αγγλικά και γαλλικά τανκς, τα συμμαχικά αεροπλάνα έδιωχναν από τους αιθέρες τα Φώκ Γουλφ. Οι Ρώσοι ετοίμαζαν τα δικά τους τανκς.

Και άλλα καλά νέα: Η πείνα σκότωσε μισό εκατομμυριο Γερμανούς. Ο αποκλεισμός γέμισε τις Κεντρικές Δυνάμεις σκελετούς, από την Γιουτλάνδη μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Στο Βερολίνο έφαγαν τα ζώα του ζωολογικού κήπου, τον ελέφαντα τον σκότωσαν με τα τσεκούρια. Η Αμερική ετοιμαζόταν να μπει στον πόλεμο. 

Το κοινό παραληρούσε. Χειροκροτούσε τον ήρωα και τον παπά που τον ευλογούσε. Η Νάντια κοίταξε το ρολόι της. Το έργο ήταν σαχλαμάρα, οι εφημερίδες όμως το εκθείαζαν σαν αριστούργημα. Ήταν πατριωτικό, ποιός θα τολμούσε να το κατηγορήσει; Επιπλέον ο θιασάρχης πλήρωνε τους κριτικούς.  Πήρε τους άντρες της και έφυγαν. Άφησε ένα σημείωμα στο θυρωρείο για τους δύο απόντες. Τους έγραφε το νέο σημείο συνάντησης, ένα γειτονικό ζαχαροπλαστείο.

Παρήγγειλαν γλυκά και ποτά, άρχισαν τα κουτσομπολιά. Πρώτο θέμα η δολοφονία του Ράσπουτιν, του «Σκοτεινού». Η Υπηρεσία πήρε εντολή να βρει τον δολοφόνο αλλά αμέσως μετά η εντολή ανακλήθηκε. Ο δολοφόνος είχε βρεθεί αλλά έπρεπε να αποσιωποιηθεί. Ήταν ανώτατοι ευγενείς σε συνεργασία –έλεγαν- με τον Υπουργό Εσωτερικών. Έλεγαν επίσης ότι ανακατεύτηκαν οι άγγλοι. Ήταν λογικό να τον θέλουν νεκρό, προπαγάνδιζε την ανακωχή. Τι είχε συμβεί; Επαναλάμβανε όσα άκουγε στα πορνεία και στα καπηλειά ή τον είχαν δωροδοκήσει οι Γερμανοί; Το σίγουρο ήταν ότι ο καλόγερος πουλιόταν δεξιά και αριστερά, ότι προωθούσε τα συμφέροντα προμηθευτών και εργολάβων. Η Οχράνα είχε στην κατοχή της τα σημειώματα που του έστελναν.

«Λένε ότι ανακατεύτηκε ο Όσβαλντ Ράινερ», είπε η Νάντια. «Ότι αυτός έβαλε το γραμμόφωνο να παίζει. Ίσως το Yankee Doodle που έβαλε να ήταν σινιάλο για κάποιους απέξω».

«Λένε ότι τον πυροβόλησε ο Φέλιξ Γιουσούπωφ», είπε ο Αλεξέι.

Οι Γιουσούπωφ ήταν η πιο πλούσια οικογένεια της Ρωσίας, πιο πλούσιοι και από τον τσάρο. Είχαν παντού παλάτια, μεταλεία και τεράστια αγροκτήματα. Ο Φέλιξ ήταν ο τελευταίος γόνος. Ο αδελφός του, ο μεγαλύτερος γυναικάς, πέθανε το 1908 σε μια μονομαχία για μια παντρεμένη.

«Ο Ράινερ και ο Γιουσούπωφ σπούδασαν μαζί στην Οξφόρδη», είπε ο Ιγκόρ.

Ο Γιουσούπωφ είχε γίνει θρύλος στην Οξφόρδη. Ξόδευε όσο όλοι οι άλλοι φοιτητές μαζί. Είχε παλάτι με υπηρέτες και κατοικίδια του ήταν σπάνια ζώα. Ανάμεσά τους ένα αρκουδάκι. Είχε πρώτο κολητό τον Ράινερ.

«Όταν γύρισε από την Οξφόρδη η μητέρα του έπαθε σοκ», είπε ο Ιγκόρ. «Τον ανακάλυψε σε ένα κλαμπ να δίνει παράσταση ντυμένος γυναικεία. Λένε ότι ανάμεσα στους εραστές του ήταν ο Ράινερ και ο μέγας δούκας Ντμίτρι Πάβλοβιτς».

«Είσαι χυδαίος!», του είπε ο Αλεξέι.

Ο Ιγκόρ χαμογέλασε. Είχε κατορθώσει να τους εντυπωσιάσει.

Ο Μπόρις ανέλαβε να υπερασπιστεί τον Ράσπουτιν. Τον θεωρούσε άγιο. Πίστευε ότι είχε την χάρη του Αγίου Πνεύματος, ότι ήταν υπεράνθρωπος.

«Οι δολοφόνοι του τού έριξαν δηλητήριο», είπε στους άλλους. «Αλλά δεν επέδρασε».

«Επειδή είχε φάει του σκασμού», απάντησε ο Ιγκόρ. «Το δηλητήριο χάθηκε μέσα στα λίπη».

«Τον πυροβόλησαν τρεις φορές», επέμεινε ο Μπόρις. «Αλλά δεν πέθανε. Αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν μαχαίρι».

«Τον πυροβόλησαν με ένα Savage», απάντησε ο Ιγκόρ. «Δεν είχε δραστική βολή. Τα πιστόλια αυτά είναι από το 1870, τα αγόρασε ένας μεγάλος δούκας σε ένα  ταξίδι του στην Αμερική».

«Αφού ήταν άγιος και άτρωτος γιατί τον σκότωσε το μαχαίρι;», ρώτησε η Νάντια. «Αν και ίσως τελικά να τον σκότωσε μια βολή του Μεγάλου Δούκα Παύλοβιτς στο κεφάλι. Σίγουρα δεν πυροβόλησε με Savage. Θα χρησιμοποίησε κάποιο από τα πιστόλια των Ολυμπιακών Αγώνων».

«Τον πέταξαν στο ποτάμι αλλά δεν βούλιαξε», είπε ο Μπόρις. «Έμεινε στην επιφάνεια».

«Όλα τα πτώματα επιπλέουν», χαχάνισε ο Ιγκόρ. «Ειδικά όταν πάρουν αέρα. Για αυτό τους δένουν μια πέτρα στα πόδια».

«Ο Σκοτεινός δεν ήταν υπεράνθρωπος», είπε η Νάντια. «Πριν ένα χρόνο πήγε στην πατρίδα του, στη Σιβηρία. Εκεί τον μαχαίρωσε μια κοπέλα. Την έβαλε ο πνευματικός της επειδή κατέστρεφε ηθικά τις κοπέλες της περιοχής. Από τότε έμεινε μισός, πονούσε συνέχεια. Πήγαινε στα πορνεία και έτρωγε συνέχεια για να ξεχνάει τους πόνους. Ήταν ένα ανθρωπάκι! Αλλά η κοινωνία είναι περίεργη. Ο κάθε φουκαράς μπορεί να πηδάει τον πιο πλούσιο άνδρα της Ρωσίας. Κι ένας αμόρφωτος χωριάτης να ελέγχει τον τσάρο χρησιμοποιώντας την πίστη. Μόνο και μόνο επειδή κατόρθωσε να βρεθεί δίπλα του».

 Ο Ιγκόρ διηγήθηκε το ταξίδι του μεγάλου δούκα: Συνάντησε τον μεγάλο στρατηγό Οδυσσέα Γκραντ, το 1870 ήταν πια πρόεδρος των Πολιτειών. Συμμετείχε σε κυνήγι μπάφαλο στην Άγρια Δύση, πήγε στη Νέα Ορλεάνη και ύστερα συνέχισε για την Ιαπωνία. Ήρθε ο Ιβάν.

«Ξέρεις που είναι ο Πέτρος;» τον ρώτησε η Νάντια.

«Μου τηλεφώνησε. Χθες είχε μια επιτυχία».

«Α, θα πυροβόλησε κάποιον κακομοίρη», ειρωνεύτηκε ο Αλεξέι.

«Τουλάχιστον αυτός έκανε κάτι», είπε ο Ιγκόρ. «Εμείς οι ρώσοι δεν είμαστε άξιοι για τίποτα, ούτε για μια σωστή δολοφονία».

Ο Αλεξέι έβαλε τα γέλια. Τους είπε μια ιστορία: Πριν ένα αιώνα, ένας επαναστάτης καταδικάστηκε να πεθάνει με απαγχονισμό. Αλλά το σχοινί έσπασε. «Δεν είμαστε άξιοι για τίποτα», φώναξε. «Ούτε για να φτιάξουμε ένα σχοινί». Το έθιμο έλεγε ότι έπρεπε να πάρει χάρη, είχε σωθεί από κάτι σαν θεία επέμβαση. Ο τσάρος όμως την αρνήθηκε. Διέταξε να κρεμαστεί ξανά. «Πρέπει να του αποδείξουμε ότι κάνει λάθος», είπε. «Ότι τουλάχιστον ένα σχοινί μπορούμε να το φτιάξουμε»

Ο Μπόρις ανέφερε τα θαύματα και τις προφητείες του Ράσπουτιν: «Αγιότητα είναι να κρατάς τα μάτια στον Θεό», είπε. «Ενώ ζεις στην κόλαση, ενώ ασωτεύεις και παραδίδεσαι στη σάρκα». Εννοούσε τον εαυτό του.

«Αυτό δεν είναι η αγιότητα», απάντησε ο Ιβάν. «Είναι η επιθυμία για αγιότητα».

            «Σε λίγους μήνες η Υπηρεσία θα καταργηθεί», είπε η Νάντια.

Απλώθηκε βουβαμάρα. Θα έχαναν τα σίγουρα. Ήταν μεγάλο πλήγμα, δεν είχαν πια δεύτερες δουλειές, τις είχε σταματήσει ο πόλεμος. Ακόμα και τις κρατικές προμήθειες του Μπόρις. Όλες τις δουλειές τις είχαν πάρει οι μεγάλοι.

«Θα σας πω κάτι να ευθυμήσουμε», είπε ο Ιγκόρ. «Ξέρετε σε ποιό αρχοντικό δολοφόνησαν τον Σκοτεινό; Σε εκείνο που υπαγόρευσαν στον Πέτια τα Πρωτόκολλα. Ένα απ’ τα δωμάτια του έχει το τομάρι μιας πολικής αρκούδας. Το είδε ο Πέτια πριν δεκαπέντε χρόνια».

«Ναι, εκεί τον έστειλα», επιβεβαίωσε η Νάντια.  

«Τα Πρωτόκολλα ήταν το μόνο βιβλίο του που εκδόθηκε», κορόιδεψε ο Μπόρις. «Ποτέ δεν εκδόθηκε κάτι άλλο. Ούτε  του ανέβασαν ποτέ κάποιο θεατρικό».

«Επειδή δεν έγραψε ποτέ κάτι που να αξίζει», είπε η αρχηγός τους. «Η ζωή δεν αδίκησε ποτέ κανένα».

            «Ο μεγαλύτερος συγγραφέας και ο μικρότερος, δεν έχουν καμία διαφορά μεταξύ τους», είπε ο Ιβάν. «Όλα είναι θέμα θέσης στο χώρο και στο χρόνο. Αν ο Πέτρος έγραφε σήμερα το Μάγκμπεθ όλοι θα τον απέρριπταν. “Κύριε Τσακάλωφ”, θα του έλεγαν,  “γράψατε μια πολύπλοκή συναρμογή από κλισέ θρύλους”. Η Σιβηρία ήταν πάντα γεμάτη από δαιμονισμένους ιερείς και καλόγερους. Η εποχή μας όμως μας έκανε σαν και αυτούς. Τους κάναμε αγίους και σταθήκαμε πίσω τους. Και ο Ράσπουτιν βρέθηκε δίπλα στον τσάρο».  

            2. Το πνεύμα της ιστορίας οδηγεί αυτοκίνητο -η συνάντηση με τον Νικήτα -η τελευταία αποστολή

             Πέρασαν λίγες μέρες. Η Νάντια ζήτησε από τον Πέτρο να την συνοδεύσει. Ήρθε στο ραντεβού τους οδηγώντας ένα ανοικτό αυτοκίνητο. Χαμογελούσε γεμάτη αυτοπεποίθηση. Φορούσε καπέλο  και λευκά γάντια. «Είναι ένα Russo-Balt», είπε στον Πέτρο. «Το καλύτερο αυτοκίνητο της αυτοκρατορίας».

          Την κοίταξε εκστατικός. Έμοιαζε με τον Ναπολέοντα του Χέγκελ. Αυτή τη φορά το πνεύμα της ιστορίας δεν καβαλούσε άλογο. Είχαν περάσει εκατό χρόνια. Οδηγούσε αυτοκίνητο. Οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονταν συνέχεια. Οι κοινωνικές σχέσεις άλλαζαν. Οι γυναίκες χειραφετούνταν. Ο άνθρωπος «απελευθερωνόταν». Χμ! Η λέξη «ελευθερία» έπαιρνε συνέχεια ένα καινούργιο περιεχόμενο.  

«Το αυτοκίνητο είναι ενός φίλου μου», του είπε η Νάντια. «Έτρεξε πριν τέσσερα χρόνια στη βόρεια Αφρική. Εκπροσώπησε την αυτοκρατορία σε ένα διεθνή αγώνα. Όταν γύρισε τον βράβευσε ο ίδιος ο τσάρος». Ο κομψός ποιητής σκυνθρώπιασε. Είχε σχέσεις και με εκείνον; Περιεργάστηκε τη διπλωμένη σκεπή του, τον δικέφαλο των Ρομανώφ στη μηχανή του, χάιδεψε το σκούρο χρυσό χρώμα του. «Το φτιάχνει η ίδια εταιρεία που φτιάχνει τα θωρακισμένα μας», του είπε η Νάντια. «Κάποτε δεν φτιάχναμε ούτε σκούπες. Μα σε δύο χρόνια θα έχουμε τα καλύτερα τανκς. Είδα τα σχέδια τους».

Ο Πέτρος χαμογέλασε: Ο στρατός ήθελε να υποτάξει το χώμα. Έφτιαξαν τα θωρακισμένα και τα τανκς, Μα μέσα στον λόγο του στρατού, υπήρχε ο λόγος των ανθρώπων. Μέσα στην υποταγή του εδάφους για στρατιωτικούς σκοπούς, υπήρχε η υποταγή του εδάφους γενικά. Τα τανκς και τα θωρακισμένα τα ακολουθούσαν τα τρακτέρ -είχαν ήδη εμφανιστεί τα πρώτα- και τα αυτοκίνητα. «Η ίδια εταιρεία φτιάχνει και τα πολεμικά αεροπλάνα μας», του είπε η Νάντια. Δυστυχώς, οι μέτοχοι είναι Γερμανοί. Δεν πειράζει, η Πετρούπολη τα τελευταία είκοσι χρόνια γέμισε με εργοστάσια».

«Και με εκατοντάδες χιλιάδες νέους εργάτες», απάντησε ο κομψός ποιητής. «Ότι δυνάμωσε την Ρωσία, δυνάμωσε και τους επαναστάτες. Η πρωτεύουσά μας κατακτήθηκε από τους Κόκκινους σιωπηλά. Είναι πια η μεγαλύτερη δύναμη. Όλα έγιναν μόνα τους. Κανείς δεν το σχεδίασε. Κανείς δεν το κατάλαβε. Η διαλεκτική μας υπέταξε στους εχθρούς μας».

Η Νάντια τον κοίταξε θυμωμένη. Ο Πέτρος είχε δίκιο. Εκείνος συνέχισε: «Ηττηθήκαμε αλλά καθόμαστε σε ένα Russo-Balt. Ζούμε καλύτερα από τους νικητές του προηγούμενου αιώνα». Κάθισε στο διπλανό κάθισμα και η αρχηγός τους πάτησε το γκάζι. Τράβηξε για τα περίχωρα. Είχε το βλέμμα ενός κατακτητή.  Ο Πέτρος έβγαλε το σημειωματάριό του. Άρχισε να γράφει.

«Τις γράφεις;», τον ρώτησε η Νάντια.

«Ένα άρθρο για την Πράβντα. Έχει τίτλο Νικήσαμε! Θα το μάθουμε αύριο».

«Μα εσύ τους μισείς».

«Ναι! Αλλά ο Θεός τους αγαπάει. Έτσι λέει ο Ιβάν».

Έφτασαν σε ένα πεδίο. Ήταν καλυμμένο με χιόνι. Γύρω τους προχωρούσαν όλες οι στολές: Δραγόνοι, ουσάροι, ουλάνοι, καραμπινιέροι, λογχοφόροι, κοζάκοι. Τους πλησίασε μια σούστα. Την οδηγούσε ένας ηλικιωμένος, καλοντυμένος, καλοξυρισμένος με πλατινένια μαλλιά. Τον ακολουθούσε ένας λογχοφόρος. Ο ηλικιωμένος κατέβηκε και αγκάλιασε τη Νάντια.

«Μου έλειψες πολύ», της είπε.

«Και εμένα μου έλειψες, Νικήτα», του απάντησε εκείνη.

Ο Πέτρος μούτρωσε.  Εκείνος λοιπόν ήταν ο Νικήτα! Ήταν εκείνος που την συνόδευε πριν δώδεκα χρόνια στο χορό στα ανάκτορα. Το ζευγάρι φιλήθηκε στα χείλη. Χωρίς αιδώ. Ο λογχοφόρος ξεπέζεψε. Η Νάντια τον σύστησε.

«Είναι ήρωας του πολέμου, Πέτρου. Τον λένε Ανατόλι. Νίκησε μια ίλη Αυστριακών μόνος του, με το κοντάρι του. Το στριφογύριζα και τους έριχνε κάτω»,

«Τα σπαθιά τους δεν ήταν τροχισμένα», είπε ο Ανατόλι. «Δεν μπορούσαν να το κόψουν. Ούτε ήξεραν να ιππεύουν. Αντί να τραβήξουν τα πιστόλια τους, έφυγαν. Τώρα με περιφέρουν και με δείχνουν».

«Αποτελεί την απόδειξη της ανωτερότητας του ρώσου στρατιώτη», είπε  ο Νικήτα. 

«Έχω ακούσει άλλες ιστορίες», είπε ο Πέτρος. «Για αέρια. Για γερμανικά πολυβόλα. Για κάμπους γεμάτους νεκρούς στρατιώτες μας. Για γερμανικά κανόνια που ανατινάζουν τα χαρακώματα στη σειρά. Ο γερμανός στρατιώτης είναι ανώτερος όλων. Ακολουθεί ο γάλλος. Ο ρώσος είναι πιο κάτω και από τους τούρκους. Πιο κάτω και από τους βούλγαρους».

Ο Νικήτα του έριξε ένα σκαμπίλι. Ο Πέτρος του απάντησε με μια γροθιά στο πρόσωπο. Ο Νικήτα γονάτισε. Ο Ανατόλι τράβηξε το σπαθί του και το τέντωσε.

«Άσε τις βλακείες, Πέτρο!», του φώναξε η Νάντια.

Γύρισε προς τους άλλους  δύο. 

«Αυτός είναι ο Πέτρος ο εβραίος», τους είπε.

«Α, είναι εκείνος που έγραψε το βιβλίο», είπε ο Νικήτα. «Τι περίεργο! Το βιβλίο το έγραψε ένας εβραίος. Ο οποίος συγχρόνως είναι ηλίθιος».

«Ο πιο ηλίθιος σε όλη την Υπηρεσία», επιβεβαίωσε η Νάντια.

«Δεν το ξέρεις ρε ηλίθιε ότι μπορώ να σε καταστρέψω;», ρώτησε ο Νικήτα τον Πέτρο.

«Δεν μπορείς να μου κάνεις τίποτα», του απάντησε ο Πέτρος. «Η Οχράνα δεν υπάρχει πια. Σε λίγο δεν θα υπάρχει και το καθεστώς. Εγώ έχω τις γροθιές και το πιστόλι μου και γράφω στην Πράβντα. Εσύ δεν έχεις τίποτα. Μόνο κάποια ένοχα μυστικά για το πως πέθανε ο Στολίπιν».

Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν στα μάτια. Στο τέλος τα κατέβασε ο Νικήτα. Γύρισε προς την Νάντια.

«Σήμερα δεν σε συνοδεύει εκείνος ο όμορφος ξανθός», της είπε.

«Δεν έχω τίποτα μαζί του!», διαμαρτυρήθηκε η Νάντια. «Να, τώρα με συνοδεύει αυτός ο ηλίθιος. Κάθε φορά είναι κάποιος άλλος».

«Αυτό τον όμορφο τον λένε Αλεξέι», είπε ο Νικήτα. «Θα ήσουν δικαιολογημένη να τον είχες εραστή».

«Σε λίγες μέρες φεύγουμε», του απάντησε εκείνη.

           «Ποτέ τα πράγματα δεν ήταν χειρότερα», της απάντησε ο Νικήτα.

           «Ήταν πολλές φορές χειρότερα», είπε ο Ανατόλι. «Την Μόσχα την κατέλαβαν οι Μογγόλοι, οι Τάταροι, οι Πολωνοί και οι Γάλλοι. Αντιμετωπίσαμε χειρότερους λιμούς από την σημερινή πείνα».

«Πιστεύεις ότι θα πάνε όλα καλά, Ανατόλι;» τον ρώτησε η Νάντια.

«Ναι, θα πάνε! Αλλά όχι όπως τα θέλουμε. Οι επαναστάτες θα επιβληθούν. Κανείς δεν θα τους πυροβολήσει. Ούτε τα συντάγματα της Πετρούπολης, ούτε οι κοζάκοι».

             «Θα λυπηθούν αυτούς τους αλήτες;» τον ρώτησε η Νάντια.

             «Ούτε εγώ θα πυροβολήσω, Νάντια».

             Ο Νικήτα κοίταξε τον Ανατόλι με έκπληξη.

            Η ομάδα πήγε στο μέτωπο. Ήταν η τελευταία της αποστολή. Η κυβέρνηση δημιουργούσε μια νεκρή ζώνη. Ήθελε να εμποδίσει την προέλαση των Γερμανών. Ο στρατός εκκένωνε τα χωριά και τις πόλεις. Σχηματίστηκαν ανθρώπινα ποτάμια. Κυλούσαν ανατολικά. Ήταν κάτι που ξεκίνησε από το 1915. Ήταν «η αυτοκρατορία που περπατούσε». Πίσω τους, ο στρατός κατέστρεφε και πυρπολούσε όσα μπορούσε. Η ομάδα άλλαζε τρένα. Επικρατούσε χάος. Κανένας δεν τους έδινε εντολές. Κανένας δεν τους βοηθούσε. Επέστρεψαν.

           Ακολούθησε η επανάσταση του Φεβρουαρίου. Επίκεντρο ήταν η Πετρούπολη. Ξεσηκώθηκαν οι γυναίκες, μετά οι εργάτες, μετά οι πολίτες, μετά τα συντάγματα της φρουράς. Οι στρατιώτες πυροβολούσαν τους αξιωματικούς, οι κοζάκοι ενώθηκαν με το πλήθος, οι αστυνομικοί εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, ο όχλος επιτέθηκε στα δημόσια κτίρια, στις βιομηχανίες ανέλαβαν τη διοίκηση οι εργατικές συνελεύσεις.

3. Η πτώση -η τύχη της θείας συνεχίζεται -η τελευταία συνάντηση

Η  Φινλανδία αυτονομήθηκε. Η θανατική ποινή και τα πογκρόμ καταργήθηκαν. Καθιερώθηκε το οκτάωρο. Τον Μάρτιο του 1917, παραιτήθηκε ο τσάρος. Οι μπολσεβίκοι σχημάτισαν την Κόκκινη Φρουρά. Ο διάδοχος αρνήθηκε τον θρόνο. Ανέλαβαν ο Κερένσκι και μια προσωρινή κυβέρνηση. Η Οχράνα διαλύθηκε. Ο Λένιν ήρθε από την Ελβετία με το γερμανικό τρένο. Είχε μαζί του το γερμανικό χρυσάφι.

Η θεία της Νάντια έφυγε για το Παρίσι. Πήρε μαζί της τα μετρητά και τα χρυσαφικά της. Όταν έφτασε συνάντησε τις καταθέσεις της στις γαλλικές τράπεζες. Η ακίνητη περιουσία της έμεινε πίσω. Περιήλθε σταδιακά στα χέρια των επαναστατών. Μικρό το κακό, μετά το 1914 δεν της απέφερε εισοδήματα, αντίθετα της αφαιρούσε. Κατά έναν περίεργο τρόπο, επειδή την έχασε έγινε πλουσιότερη.

Οι μπολσεβίκοι προκάλεσαν εκλογές. Πήραν ένα πολύ μικρό ποσοστό. Στη νέα Δούμα κυριάρχησαν οι αντίπαλοί τους. Προκάλεσαν ξανά εκλογές.  Επαναλήφθηκε το ίδιο. Ήλεγχαν όμως τα ένοπλα τμήματα. Κατέλαβαν τις πόλεις, την Μόσχα και την Πετρούπολη. Στο Παρίσι, η δούκισσα έφτιαξε ένα σωματείο εμιγκρέδων. Έβαλε πρόεδρο τον επιστάτη της.

Οι ένοπλοι  συσπειρώθηκαν γύρω από τους μπολσεβίκους. Αυτό το περίεργο σύμπλεγμα επιβλήθηκε παντού. Τον Οκτώβριο, πήραν μια εξουσία που δεν την ήθελε κανείς. Έκαναν την αστυνομία κομματικό όργανο. Επανέφεραν τη θανατική ποινή. Το Κόμμα διέλυσε τις συνελεύσεις των εργατών στα εργοστάσια και τοποθέτησε διευθυντές. Οι μπολσεβίκοι ανακάλυψαν το μυστικό του κεφαλαίου: Δεν ήταν πράγματα, ήταν σχέσεις. Δεν μπορούσε να κατασχεθεί. Δεν μπορούσε να κρατικοποιηθεί. Οι σχέσεις χάνονταν. Απέμεναν τα προβλήματα και τα κόστη.

Το 1918, οι μπολσεβίκοι υπέγραψαν την ανακωχή που είχαν υποσχεθεί. Έδωσαν στους γερμανούς πολεμική αποζημίωση έξι δισεκατομμύρια χρυσά μάρκα. Συμφώνησαν να μην κάνουν κομμουνιστική προπαγάνδα στα εδάφη τους. Επίσης τους έδωσαν την Ουκρανία, τον σιτοβολώνα της Ευρώπης και πλουτοπαραγωγικές πηγές. Οι γερμανοί αποδέσμευσαν εκατό μεραρχίες. Τις έστειλαν στο δυτικό μέτωπο. Τις έχασαν σε μια ζαριά. Έχασαν συνολικά ένα εκατομμύριο άνδρες.

Ο αμερικάνικος στρατός αποβιβάστηκε στην Γαλλία. Οι Σύμμαχοι έκαναν την επίθεση των Εκατό Ημερών. Ο γερμανικός στρατός ηττήθηκε. Η Γερμανία γέμισε επαναστατικά συμβούλια και επαναστατημένες πόλεις. Οι Κεντρικές Δυνάμεις υπέγραψαν ανακωχή. Ο Κάιζερ εξορίστηκε, οι εφημερίδες τον έδειχναν να κόβει ξύλα. Έκανε δηλώσεις: «Οι γερμανοί μου έδειξαν αγνωμοσύνη. Ο Θεός θα τους τιμωρήσει».

Η Πολωνία εμφανίστηκε ξανά στο χάρτη. Το 1920 της επιτέθηκαν οι μπολσεβίκοι. Αρχηγός τους ήταν ο Στάλιν. Ήθελαν να φτάσουν στο Βερολίνο. Ηττήθηκαν μπροστά στη Βαρσοβία. Ο Στάλιν δέχτηκε την «σκληρή κριτική» του Λένιν. Κατηγορήθηκε για ανικανότητα.

Η Οχράνα, μετά την επίσημη διάλυσή της, συντηρήθηκε μέχρι τον Ιούνιο. Το φρόντισαν κάποιοι αξιωματούχοι στα κρυφά. Τον Ιούνιο συναντήθηκαν για τελευταία φορά. Θα ερχόταν η αρχηγός τους να τους μοιράσει τα καθυστερημένα. Αντί γι’ αυτήν εμφανίστηκε ο Αλεξέι με μια άμαξα. «Δεν θα ιδωθούμε ξανά», τους είπε. «Εύχομαι καλή τύχη σε όλους σας».

«Θέλουμε τα λεφτά», του απάντησε ο Μπόρις. «Σας τα έχουν δώσει από καιρό». Ο Αλεξέι έκανε πως δεν κατάλαβε. Η αρκούδα πήδηξε στην άμαξα και τον άρπαξε. Ο αμαξάς προσπάθησε να βοηθήσει τον πελάτη του. Ο Μπόρις τον σώριασε κάτω. Έψαξε τον Αλεξέι. Βρήκε πάνω του μόνο λίγα ψιλά. Παρενέβησαν ο Ιβάν και ο Ιγκόρ. «Ναι, μας έκλεψαν», είπε ο δεύτερος. «Τι θα κάνουμε; Θα τον σκοτώσουμε; Έχω κλέψει πολλούς. Το θεωρώ θεία δικαιοσύνη να κλέψουν και μένα».

Ο Μπόρις έβαλε τα ψιλά στην τσέπη του. Η άμαξα έφυγε. «Αλεξέι!» φώναξε ο Πέτρος. «Αν πάθει κάτι η Νάντια θα σε σκοτώσω!». Μέχρι το 1916 τον είχε χτυπήσει δυο φορές. Του επιτέθηκε μια τρίτη τον Φεβρουάριο του 1917. Ήταν μπροστά σε όλη την ομάδα. Η ομάδα είχε πάει στο διαμέρισμα του Αλεξέι και περίμενε το ζεύγος. Πρώτα εμφανίστηκε ο «ωραίος», φορώντας τη ρόμπα του. Ύστερα εμφανίστηκε η «αρχηγός». Φορούσε μια τουαλέτα. Λες και θα πήγαινε σε χορό. Μα έξω γίνονταν συγκρούσεις. Τα μάτια της ήταν πρησμένα. Ο Πέτρος μάτωσε το πρόσωπο του Αλεξέι και τον πέταξε κάτω. Η Νάντια ρίχτηκε ανάμεσά τους. Προστάτεψε τον εραστή της με το κορμί της.

4. Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα – Ο Πέτρος μαυραγορίτης -Η Νάντια μένει μόνη -Ο Αλεξέι συλλαμβάνεται -Τα Πρωτόκολλα καθιερώνονται διεθνώς

 Η ομάδα σκόρπισε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ο Ιγκόρ έμεινε στην Πετρούπολη, ο Μπόρις πήγε να βρει τους στρατούς των Λευκών. Ο Πέτρος και ο Ιβάν δεν εύρισκαν δουλειά στην Πετρούπολη. Οι μπολσεβίκοι έκλεισαν τις επιχειρήσεις και απαγόρευσαν το εμπόριο. Το φθινόπωρο κατέληξαν στη Μόσχα. Η  πόλη ήταν γεμάτη πρόσφυγες. Έρχονταν συνέχεια νέοι. Οι μπολσεβίκοι έκαναν επίταξη στις μεγάλες κατοικίες. Άφησαν στους ιδιοκτήτες μόνο ένα δωμάτιο. Μοίρασαν τους υπόλοιπους χώρους στους άστεγους. Οι δυο φίλοι βρέθηκαν σε ένα αρχοντικό. Δεν υπήρχε τίποτα να αγοράσει κανείς. Ούτε καν ξύλα για τις σόμπες. Οι κάτοικοι έκαιγαν τους φράχτες.

Στα τέλη του 1917 άρχισε ο εμφύλιος. Ο Πέτρος έγινε μαυραγορίτης. Έκανε μαγαζί το παλτό του και δυο μπόγους. Έκανε σπίτι του τα τρένα. Ήταν ο ήρωας της προσαρμογής. Ο Ιβάν δούλευε σε εφημερίδες. Έκανε διορθώσεις και μεταφράσεις. Έγραφε άρθρα. Στις αρχές του 1918, οι δυο φίλοι χώρισαν για επτά χρόνια. Μέχρι το 1925. 

Ο Αλεξέι και η Νάντια βρέθηκαν στο κενό. Οι πόρτες γύρω τους έκλεισαν. Οι γνωστοί τους εξαφανίστηκαν. Η νέα κατάσταση απαιτούσε υποχωρητικότητα, προσαρμογή, συνεργασία, υπομονή, σκληρότητα. Διέθεταν μόνο υπεροψία, λατινικά και γαλλικά. Τρόμαξαν. Κυκλοφόρησε μια φήμη: Οι επαναστάτες εκτελούσαν όσους είχαν μαλακά χέρια. Αυτό συνέβαινε μόνο σε κάποιες επαρχίες. Και εκεί περιστασιακά. Κλείστηκαν σε ένα σπίτι μέχρι να τελειώσουν τα περισσότερα χρήματά τους. Ύστερα άλλαζαν σπίτια και πόλεις. 

Το 1919, ο Πέτρος πήγε στην Πετρούπολη. Έπεσε πάνω στον Ιγκόρ. Ήταν και εκείνος μαυραγορίτης. Έμαθε το αληθινό του όνομα. Το «Ιγκόρ» ήταν ψευδώνυμο. Άρχισαν να συνεργάζονται.  Το τρένο που έπαιρνε περνούσε από χωριά που καίγονταν. Ο αέρας ήταν γεμάτος στάχτες. Οι επιβάτες δεν μπορούσαν να αναπνεύσουν. Οι στρατοί έκαναν μαζικές εκτελέσεις, Οι Κόκκινοι προτιμούσαν τους κοζάκους και τα μοναστήρια. Οι Λευκοί τους ιουδαίους. Ο Κόκκινος Στρατός άρπαζε τα τρόφιμα και τα παρέδιδε στο Κόμμα. Ήταν η εποχή του «εμπόλεμου κομμουνισμού».

Ξεκίνησε ο πρώτος λιμός της σοβιετικής ιστορίας. Οι Πολιτείες έστειλαν την  αποστολή Χούβερ που οργάνωσε διανομή τροφίμων. Το αμερικάνικο σιτάρι έσωσε εκατομμύρια Ρώσους. Ποιος το παρείχε; Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Μέχρι το 1950, το σιτάρι ήταν ένα από τα όπλα της αμερικάνικης προπαγάνδας. Μαζί με τις αμερικάνικες γεωργικές σχολές. Και αυτό ήταν κάτι καλό.

Το 1921, ο εμφύλιος περιορίστηκε στην Σιβηρία. Η οικονομία της χώρας ήταν κατεστραμμένη. Οι Μπολσεβίκοι αναγκάστηκαν να επιτρέψουν στους πολίτες να εμπορεύονται και να κάνουν μικρές επιχειρήσεις. Επέτρεψαν ακόμα στους αγρότες να πουλάνε την παραγωγή τους. Ήταν η Νέα Οικονομική Πολιτική. Ο Πέτρος και ο Ιγκόρ έγιναν έμποροι.

Το 1922, ο Αλεξέι και η Νάντια χώρησαν. Ο Αλεξέι επέστρεψε στις απάτες. Πλησίαζε  επιχειρήσεις και παρίστανε τον υποδειγματικό υπάλληλο. Τα αφεντικά του τον λάτρευαν, ήθελαν να τον βάλουν στην οικογένειά τους. Τον αρραβώνιαζαν με την αδελφή τους ή την κόρη τους. Του παρέδιδαν τα κλειδιά. Μόλις τα έπαιρνε, άρπαζε το ταμείο κι έφευγε για άλλη πόλη. Τον συνέλαβαν το 1927. Το 1930, τον έστειλαν στην άλλη άκρη της χώρας. Σε ένα στρατόπεδο δίπλα στον Ειρηνικό.

Η Νάντια έψαξε τρόπο να επιβιώσει. Θυμήθηκε τα καλύτερα θύματα: Τις μοναχικές γυναίκες. Εκβίαζε την λύπησή τους. Εκείνες έκοβαν το φαϊ τους στη μέση και την έκαναν οικιακή βοηθό. Κατόρθωνε να μην κάνει τίποτα, να τους κάνει παρέα και να πίνει μαζί τους τσάι. Αναζήτησε τους παλιούς της συντρόφους. Ήξερε ότι την είχαν συγχωρέσει.

Με την έναρξη της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, ο Πέτρος άφησε το παλτό και τους μπόγους, καθιέρωσε τις  βαλίτσες. Επίσης καθιέρωσε τα ταξίδια στην Πετρούπολη. Έβλεπε τον Ιγκόρ μια φορά τον μήνα. Το 1924, καθιέρωσε τις συναλλαγές με ανταλλαγές εμπορευμάτων. Τα ταξίδια του πολλαπλασιάστηκαν. Στα τρία ταξίδια είχε κέρδος δυο βαλίτσες. Τώρα έβλεπε τον Ιγκόρ μια φορά την εβδομάδα. Μια μέρα, ο φίλος του ήρθε χαμογελώντας. Του ανέμισε μια σοβιετική εφημερίδα.

Φιλοξενούσε ένα πύρινο άρθρο. Για τον αντισημιτισμό στις Πολιτείες της Αμερικής. Το άρθρο ανέφερε την περίπτωση του Χένρι Φορντ. Ο διάσημος βιομήχανος είχε μια εφημερίδα και δημοσίευε αντισημιτικά άρθρα με την υπογραφή του.

«Τα άρθρα τα έγραφε ένας αρχισυντάκτης», είπε ο Ιγκόρ. «Ο Φορντ απλώς  υπέγραφε».

«Πως το ξέρεις;».

«Έτσι ακούστηκε. Το πιστεύω. Αν έχανε το χρόνο του γράφοντας, δεν θα ήταν βιομήχανος. Θα ήταν σαν εμάς».

Το 1920, ο Φοντ μάζεψε εκείνα τα άρθρα και τα έκανε βιβλίο. Είχε τίτλο Ο Διεθνής Εβραίος: Το Μεγαλύτερο Πρόβλημα του Κόσμου.

«Και τώρα αυτό που σε ενδιαφέρει, Πετρούτσκα», είπε ο Ιγκόρ. «Ο Φορντ συμπεριέλαβε στο βιβλίο του τα Πρωτόκολλα. Τα χρησιμοποιεί σαν απόδειξη των ισχυρισμών του».

Το άρθρο ανέφερε μια δήλωση του γιάνκη:

«Τα Πρωτόκολλα προέβλεψαν με ακρίβεια, όσα συνέβησαν στον κόσμο μας».

 «Έγινες διεθνής συγγραφέας», είπε ο Ιγκόρ στον Πέτρο. Του έδωσε ένα φιλί. «Έγινες σαν τον Ντίκενς, τον Βερνς, τον Δουμά, τον Ντοστογιέφσκι και τον Τολστόι. Άκου! Το βιβλίο του Φορντ είναι διάσημο. Μεταφράστηκε σε δεκάδες γλώσσες. Στην Γερμανία, έκανε έξι εκδόσεις. Στην Αμερική, ο Φορντ μοίρασε δωρεάν εκατομμύρια αντίτυπα. Ίσως τώρα ο αδελφός σου, ο Αντρέι ο άτυχος, να διαβάζει ένα από αυτά».

«Μετά το 1917 δεν είχα κανένα νέο του», απάντησε ο Πέτρος.

«Δεν πειράζει θα έχεις σύντομα», του είπε ο Ιγκόρ. Φιλησε τον Πέτρο ξανά: «Η μητέρα σου έλεγε ότι θα γίνεις σπουδαίος! Ε, να! Έγινες!».

5. Η Νέα Οικονομική Πολιτική -η συνάντηση του Ιβάν με τον Πέτρο -το παιχνίδι -ο θάνατος της Νάντια -η σύλληψη του Πέτρου

Η απελευθέρωση της οικονομίας λειτούργησε ευεργετικά. Μια πρόσθετη αιτία ήταν η αναδιανομή των κλήρων. Δημιουργήθηκαν νέοι  αγρότες και δυνάμωσαν πολλοί από τους παλιούς. Η αγροτική παραγωγή πολλαπλασιάστηκε. Ήρθαν από την Δύση νέα αγροτικά εργαλεία και νέα είδη ζώων. Στη Ρωσία συνέβη ότι στις Πολιτείες της Αμερικής το 1850 και το 1870. Οι αγρότες γέμισαν χρήματα. Άρχισαν να αγοράζουν εμπορεύματα. Οι παραγγελίες τόνωσαν τις βιομηχανίες. Οι αγορές γέμισαν προϊόντα. Ξεκίνησε μια κοσμογονία. Οι μπολσεβίκοι τρόμαξαν: Εμφανίστηκε μπροστά τους μια άγνωστη δύναμη. Τους απειλούσε. Αποφάσισαν να την καταστρέψουν.

Το 1925, σταμάτησε η Νέα Οικονομική Πολιτική στις πόλεις. Το 1927, σταμάτησε και η ελεύθερη αγροτική οικονομία. Το 1928 ανακοινώθηκε το πρόγραμμα των κολχόζ -των κρατικών αγροκτημάτων. Είχε ξεκινήσει πριν το 1921 αλλά αποσπασματικά και διαφορετικά. Τώρα ενέταξαν στα κρατικά αγροκτήματα και τα ιδιωτικά. Εξαγγέλθηκε η αποκουλακοποίηση: Δηλαδή η εξαφάνιση κάθε δυνατού και ανεξάρτητου αγρότη. Οι κουλάκοι αποτελούσαν ένα ολόκληρο κοινωνικό στρώμα. Τους πήραν τα αγροκτήματα, τους εκτόπισαν, τους φυλάκισαν, τους εκτέλεσαν. Η αγροτική παραγωγή καταστράφηκε. Η χώρα οδηγήθηκε σε μια σειρά από νέους λιμούς.

Οι «κουλάκοι» ήταν οι «εβραίοι» των μπολσεβίκων. Οι «εβραίοι» ήταν οι «κουλάκοι» των ναζί. Οι κουλάκοι και οι ιουδαίοι κατηγορήθηκαν σαν φιλοχρήματοι. Οι σοβιετικές και ναζιστικές ταινίες έδειχαν τους κουλάκους και τους ιουδαίους να εκμεταλλεύονται τους σοβιετικούς και τους γερμανούς πολίτες. Οι σκοποί ήταν οι ίδιοι. Τα μέσα εξόντωσης τα ίδια.

Το 1925, η Νάντια είδε την υπογραφή του Ιβάν σε ένα άρθρο. Δανείστηκε και πήγε στη Μόσχα. Ο πρώην μικρός σοφός είδε την πρώην Μεγάλη Αικατερίνη. Του χαμογελούσε στην πόρτα. Της πρόσφερε στέγη. Πήρε μια πρωτοβουλία χωρίς να την ρωτήσει. Έψαξε και βρήκε τον Πέτρο. Πήγαινε και τον περίμενε έξω από το σπίτι του. Κάποια στιγμή τον πέτυχε ανάμεσα σε δυο ταξίδια. Οι δυο φίλοι αγκαλιάστηκαν.

Ο Πέτρος του είπε τα νέα του Ιγκόρ. Ο Ιβάν τα νέα του Μπόρις: Η αρκούδα πολέμησε με τον Ντενίκιν στην Ουκρανία και την Κριμαία. Το 1919 τους ενίσχυσαν οι γάλλοι και οι έλληνες. «Οι συμπατριώτες σου, Πέτρο». Κάποιες μάχες έγιναν στην Σεβαστούπολη. «Εκεί που γεννήθηκες». Οι μπολσεβίκοι ήταν τριπλάσιοι. Οι ξένοι αξιωματικοί -ανάμεσά τους ο Κονδύλης και ο Πλαστήρας- τοποθετούσαν σημαιάκια στους χάρτες, μετρούσαν τα εύρη της βολής των πολυβόλων, την άλλη μέρα έφταναν άλλες εκατό χιλιάδες Κόκκινοι. Κουβαλούσαν μαζί τους την μηνιαία παραγωγή των σοβιετικών εργοστασίων.

Το 1919, η Οδησσός και η Σεβαστούπολη γέμισαν πρόσφυγες, όπως το λιμάνι της Σμύρνης το 1922. «Ο Μπόρις πρέπει να σκοτώθηκε εκεί», είπε ο Ιβάν.  Όλα εκείνα ήταν ο πρόλογος, ήρθε η ώρα του κυρίως θέματος: «Η Νάντια μένει στο σπίτι μου, Πέτρο. Θέλω να την αναλάβεις. Έχω ένα προαίσθημα, ότι θα πεθάνω».

Οι παλιές καλές μέρες. Η ομάδα έπαιζε. Ο Μπόρις τους έκανε μια ερώτηση: «Είσαστε σε ένα σκοτεινό δάσος, τι εικόνες περνάνε από το μυαλό σας;». Όλοι έβλεπαν τις ίδιες: Ήταν τέρατα, φαντάσματα, δαίμονες και μάγισσες. Η Νάντια αντίθετα, έβλεπε ένα μαγεμένο σπίτι καμωμένο από μπισκότα, ζαχαρωτά και σοκολάτα, μια χιονισμένη κοιλάδα, ένα έλκηθρο που το έσερναν ελάφια και κουβαλούσε παιδιά. 

«Το δάσος είναι ο θάνατος!» τους είπε ο Μπόρις. «Όποιος τον βλέπει όμορφο, έχει καθαρή ψυχή». Τους έκανε μια δεύτερη ερώτηση: «Πως φαντάζεστε τον θάνατο;». Όλοι τους τον φαντάζονταν σαν άσχημο γέρο. Εκείνη τον φανταζόταν σαν όμορφο πρίγκιπα.

Η Νάντια αντίκρισε τον Πέτρο έκπληκτη, ξέσπασε σε γέλια. Πρώτα σιγούρεψε τη θέση της στο σπίτι του, ύστερα τους έκανε μια ανακοίνωση: Θα πήγαινε στην θεία της στο Παρίσι. «Δεν θα σου δώσουν άδεια να ταξιδέψεις», της είπε ο Ιβάν. Η Νάντια το ήξερε, σχεδίαζε να περάσει τα σύνορα κρυφά. Το δάχτυλό της διέτρεξε τον χάρτη: Μόσχα -Πετρούπολη -ρωσοφινλανδικά σύνορα. «Εδώ είναι το Βαλπούρι», τους είπε. Ύστερα έδειξε τη Δανία. 

Δεν είχε χρήματα για το ταξίδι. Τα ζήτησε από τον Πέτρο. Του πρόσφερε τον εαυτό της. Εκείνος της τα έδωσε χωρίς αντάλλαγμα. Η Νάντια τον κοίταξε με αγάπη. Το βλέμμα της κράτησε μόνο μια στιγμή. Ύστερα πήρε τα χρήματα και τα έβαλε στην τσέπη της. «Όλο το Παρίσι μιλάει για τα Πρωτόκολλα», του είπε. «Λένε ότι την επανάσταση την έκαναν οι εβραίοι. Ήθελαν να καταστρέψουν την μεγαλύτερη χριστιανική χώρα. Οι αρχηγοί των μπολσεβίκων είναι όλοι εβραίοι. Τους έχουν μετρήσει έναν έναν».

Οι παράνομοι περνούσαν τα σύνορα με φεγγάρι. Χωρίς φεγγάρι έχαναν το δρόμο. Τα φυλάκια πυροβολούσαν την παραμικρή σκιά. Υπήρχαν παντού πτώματα από ανθρώπους και ζώα. Σεπτέμβριος του 1925, ένας ρώσος στρατιώτης έκανε το καθήκον του. Η Νάντια συνάντησε τον όμορφο πρίγκιπα. Υπάρχει μια ελληνική θεωρία για το καθήκον: Ο κόσμος θα καταστραφεί, όταν θα το κάνουν όλοι ταυτόχρονα.

Η στρατιωτική αστυνομία έψαξε τα ρούχα της. Βρήκαν την δηλωμένη διεύθυνσή της. Ήταν του Πέτρου. Βρήκαν και τα λεφτά της. Ήταν πολλά, σίγουρα την είχαν βοηθήσει. Έπρεπε να συλληφθούν όσοι έμεναν μαζί της. 

Ο Πέτρος αρρώστησε. Σταμάτησε τα ταξίδια. Κοίταζε το παράθυρο. Υπολόγιζε το χρόνο μέχρι η Νάντια να φτάσει στο Παρίσι. Ο Ιβάν έμενε μαζί του. Κάποιες φορές του έλεγε «τι κοιτάς το παράθυρο: δεν θα την ξαναδείς». Ένα απόγευμα μπήκαν μέσα πέντε αστυνομικοί. Ζήτησαν τα χαρτιά τους. Διάβασαν τις δηλωμένες διευθύνσεις. Πήραν εκείνον που έμενε εκεί.   

Συνεχίζεται …

Άγγελος Χ. Μπατουδάκης

Πείτε μας την γνώμη σας

Περισσότερα

Μην Χάσετε

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε Μας

Close Menu